Ο τίτλος της ταινίας είναι ένα μεγαλοπρεπέστατο «Όχι». Και πρωταγωνιστής ο Gael García Bernal, αυτός ο μικροκαμωμένος Μεξικανός, που ποτέ δεν του το είχα ότι είναι Μεξικανός.Η ταινία βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία. Που εμένα αν με ρωτήσεις, εκτός από αληθινή τη θεωρώ και αλλόκοτη.
Βρισκόμαστε στη Χιλή στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Ο στρατηγός Augusto Pinochet είναι στην εξουσία, αλλά επειδή έχει αρχίσει λίγο να πιέζεται από τη διεθνή κοινότητα -δηλαδή τους Αμερικανούς που τότε ασχολούνταν ακόμα με τη Νότιο Αμερική, καθότι δεν είχαν την ισλαμική χλαπάτσα- αποφασίζει να διοργανώσει δημοψήφισμα για την παραμονή του ή μη στην εξουσία.
Εκ πρώτης όψεως, λες τέτοια δημοψηφίσματα θα τα ζήλευε και ο Βορειοκορεάτης αδελφός Κιμ Γιονγκ something, καθότι το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο. Arreglado, που λέμε και εμείς.
Και εδώ ακριβώς είναι το δίλημμα της Αντιπολίτευσης, που είχε σιωπήσει, χαθεί, βασανιστεί, δολοφονηθεί, κακοποιηθεί στα χρόνια της δικτατορίας: να πάμε στο δημοψήφισμα, το οποίο θα χάσουμε ή να το καταγγείλουμε γενικώς και πάλι να χάσουμε; Εδώ σε θέλω κάβουρα.
Με τούτα και με εκείνα, ξεκίνησε η προεκλογική εκστρατεία. Καθημερινά επί ένα μήνα πριν στηθεί η κάλπη, οι δύο ζώνες -έτσι αποκαλούνταν οι δύο παρατάξεις- είχαν στη διάθεσή τους 15 λεπτά τηλεοπτικής καμπάνιας. Με μία διαφορά: οι οπαδοί του «ναι» στον Pinochet -δηλαδή το καθεστώς- είχε και όλο το υπόλοιπο τηλεοπτικό πρόγραμμα στη διάθεσή του να προπαγανδίσει τα «επιτεύγματα» της δικτατορίας. Ξέρεις, το αμερικανικής κοπής οικονομικό «θαύμα» της Χιλής, κάτι σαν Μνημόνιο, που έβαλε τέλος στις ουρές για ένα κομμάτι ψωμί και λίγο τσάι. Που έφερε «τάξη και ασφάλεια» και ολίγη από «πνεύμα και ηθική».
Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα για τη ζώνη του «όχι». Τι να πεις σε 15' όταν όλη την υπόλοιπη μέρα θα σε συκοφαντούν;
Και εδώ εμφανίζεται ο νεαρός Gael García Bernal στο ρόλο ενός διαφημιστή που έρχεται να σώσει λίγο την κατάσταση. Σου λέει, αφού ό,τι έχουμε είναι 15 τηλεοπτικά λεπτά, ας φτιάξουμε τουλάχιστον ένα σποτάκι που θα κολλήσει στο μυαλό του ψηφοφόρου. Κάτι σαν ντιριντάχτα τραγούδι για την Eurovision.
Και το φτιάχνει. Παρά τις αντιδράσεις των κορυφαίων στελεχών της Αντιπολίτευσης που φοβόνταν ότι παραείναι «ελαφρύ» το όλο εγχείρημα, όταν έχουν προηγηθεί 15 χρόνια σκοτάδι.
Θα μου πεις, με ένα σποτάκι καθάρισαν; Όχι δα! Σε δικτατορία γίνονταν όλα αυτά. Ο φόβος κυριαρχούσε και είναι διάχυτος στην ταινία. Αν ήταν στο χέρι του δικτάτορα, θα τους είχε εκτελέσει όλους. Ας όψεται η πίεση από το εξωτερικό.
Παρόλα αυτά, το θαύμα έγινε, οι εκλογές ήταν τίμιες και το «όχι» επικράτησε. Η πλειοψηφία των Χιλιανών δεν φοβήθηκε να γυρίσει την πλάτη στον δικτάτορα και να σώσει λίγο τα προσχήματα. Όπως και να το κάνεις, δεν είναι ιδιαίτερα τιμητικό να σε κυβερνά ένας δικτάτορας και εσύ να πηγαίνεις στην κάλπη που ο ίδιος στήνει. Όταν κανονικά έπρεπε να τον έχεις βάλει φυλακή. Υπάρχουν εκατό λόγοι που ως Argentino δεν συμπαθώ τους Χιλιανούς, αλλά ένας είναι ο βασικότερος: που ποτέ δεν τιμώρησαν τον Pinochet.
Αλλά αυτό που στα δικά σου μάτια μοιάζει αυτονόητο, προφανώς δεν είναι. Καλώς ή κακώς, για τους μισούς (τουλάχιστον) από δαύτους, ο Pinochet ήταν η τάξη μετά το χάος. Ένα πιάτο φαί μετά την ουρά με το δελτίο. Η καλύτερη ζωή μετά τη στέρηση. Είναι άλλωστε γνωστό: ποτέ μην υποτιμάς τη δύναμη του νοικοκυραίου. Μέχρι και ο Τσίπρας το κατάλαβε.
Λεπτομέρεια: μετά την ήττα στο δημοψήφισμα, ο Pinochet εγκατέλειψε την προεδρία, παραδίδοντας τα ηνία σε δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο. Φρόντισε όμως να παραμείνει μέχρι το θάνατό του ισόβιος γερουσιαστής. Ίσως για να τιμωρήσει αυτό το 54% των συμπατριωτών του που αποφάσισε να τον μαυρίσει.